Η ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ
Η σκόνη της γειτονιάς, έφτασε στο παράθυρό μου
και χάλασε το οξυγόνο που με δυσκολία κρατούσα
τόσο καιρό για ν' αναπνέω...
Τώρα με ανάσα βαριά,
η μηχανή του χρόνου επιστρέφει σαρκαστικά,
να βασανίσει για άλλη μια φορά
την ψυχή και το μυαλό μου,
που ολοένα χάνονται στην ταραγμένη
εποχή του σήμερα...
Κάποτε ήμουνα παιδί...
πριν μου κλέψουν τα όνειρα...
Τίποτα δεν μένει
Πώς έσβησε της ομορφιάς μου το λάμπος
και γείρανε βαριά τα βλέφαρά μου.
Μιά Κυριακή μού απέμεινε και σάμπως
μου έγνεψε πώς πήρε την χαρά μου.
Και ενώ όλα γελούνε και μεθούνε
μες στα αχνόφωτα, στενά δρομάκια,
εγώ να λαχταρώ εκείνο που 'ναι
κρινάκι αγνό, στολίδι στα μαλλάκια.
Πονώ, μα ξέρω πως τίποτα δεν μένει·
μονάχα σκόνη στα πόδια μου σωρό.
Εκεί που θάρρευες ψυχή μου ζυμωμένη,
το σώμα μου σε πρόδιδε καιρό.
©Δώρα Ζαχαροπούλου
Προσμονή
Σκέψεις επίμονες, καθώς όταν χαράζεινα’ χα το πέλαγο βεράντα απ' την ακτήπτυχή στο διάπυρο το θέρος, που μ’ αλλάζειτην διάθεσή μου λες και να 'τανε γιορτή.
Βλέπω το κύμα που σε πήρε σ’ άλλα μέρηοσμή από φως σαν από δάκρυα κι απ' αρμύραθα σ' απαντέχω να σου στρώσω η καλομοίραλευκά σεντόνια με δροσιά φιλιών τ’ αγέρι.
Στενάζει ο αγέρας επάνω στα μαλλιάμε την ψυχή παιδιού ανέμελα που χαίρειαδημονεί να φτάσεις μ’ ένα αστέρινα σ’ αποθέσει στην ζεστή μου αγκαλιά.
Όπου τα χάδια δεν θα σβήνουν με συνήθειακι από το λήθαργο λαχτάρες θα ξυπνούνσ’ αυτού του κόσμου την φρικτή αλήθειαμε παραλήρημα του έρωτα θα ζουν.
Προσμονή
Σκέψεις επίμονες, καθώς όταν χαράζει
να’ χα το πέλαγο βεράντα απ' την ακτή
πτυχή στο διάπυρο το θέρος, που μ’ αλλάζει
την διάθεσή μου λες και να 'τανε γιορτή.
Βλέπω το κύμα που σε πήρε σ’ άλλα μέρη
οσμή από φως σαν από δάκρυα κι απ' αρμύρα
θα σ' απαντέχω να σου στρώσω η καλομοίρα
λευκά σεντόνια με δροσιά φιλιών τ’ αγέρι.
Στενάζει ο αγέρας επάνω στα μαλλιά
με την ψυχή παιδιού ανέμελα που χαίρει
αδημονεί να φτάσεις μ’ ένα αστέρι
να σ’ αποθέσει στην ζεστή μου αγκαλιά.
Όπου τα χάδια δεν θα σβήνουν με συνήθεια
κι από το λήθαργο λαχτάρες θα ξυπνούν
σ’ αυτού του κόσμου την φρικτή αλήθεια
με παραλήρημα του έρωτα θα ζουν.
©Δώρα Ζαχαροπούλου
Χαμένος κρίνος
Με μαύρα σύννεφα ο ουρανός πυκνώνεικαι οι ψυχές που διψασμένες μένουν,εκλιπαρούν νερό που θ’ ανυψώνει,ανάσες τους που αργοπεθαίνουν.
Μα χάρη δε τους κάνει ούτε εκείνος,που έτσι ξαφνικά τ’ απομακρύνει.Κάθε δροσοσταλίδα χαμένος κρίνος,που πέφτει σ’ ερημιές και φθίνει.
Ατάραχη και η φωνή του ανέμου,που απέθετε τη λησμοσύνη.Κι ούτε σημάδι μετάνοιας θεέ μου,παρά μονάχα αγνωμοσύνη.
Απανταχού απελπισία και θρήνος,που από καιρό μάζευε βάθος.Να αιωρείται ένα γιατί και τίνοςήταν το φταίξιμο, γι΄αυτό το λάθος.
Χαμένος κρίνος
Με μαύρα σύννεφα ο ουρανός πυκνώνει
και οι ψυχές που διψασμένες μένουν,
εκλιπαρούν νερό που θ’ ανυψώνει,
ανάσες τους που αργοπεθαίνουν.
Μα χάρη δε τους κάνει ούτε εκείνος,
που έτσι ξαφνικά τ’ απομακρύνει.
Κάθε δροσοσταλίδα χαμένος κρίνος,
που πέφτει σ’ ερημιές και φθίνει.
Ατάραχη και η φωνή του ανέμου,
που απέθετε τη λησμοσύνη.
Κι ούτε σημάδι μετάνοιας θεέ μου,
παρά μονάχα αγνωμοσύνη.
Απανταχού απελπισία και θρήνος,
που από καιρό μάζευε βάθος.
Να αιωρείται ένα γιατί και τίνος
ήταν το φταίξιμο, γι΄αυτό το λάθος.
©Δώρα Ζαχαροπούλου
Πονεμένα χρόνια
Πάγωσε απόψε της γειτονιάς το γέλιο,πέρασε μόνο σαν μιά σκιά στον δρόμο.Δε βρήκε τίποτε ιδανικό και τέλειο,ούτε έναν απλό κι αγαπημένο ώμο.
Που να βρεθεί η άκρη της αδικίας,όταν καημός το τυλίγει και το σπάει;Χρόνια ατέλειωτα μακράς φιλονικίας,που μέσα τους η βαρυχειμωνιά γλεντάει.
Σκυφτά κεφάλια στη μαύρη ετούτη νύχτα,καθώς τα σέρνει, κρυφά γελάει.Πονούν τα έρημα για μία καληνύχτα,μα τίποτα γύρω τους δεν απαντάει.
Και να που η ανοχή μοιάζει με κατάρακαι σβήνει πράξεις χωρίς διαμαρτυρία.Βαθύ σκοτάδι και τα έπιασε τρομάρα,άλλα θλιμμένα και άλλα τους θηρία…
Πονεμένα χρόνια
Πάγωσε απόψε της γειτονιάς το γέλιο,
πέρασε μόνο σαν μιά σκιά στον δρόμο.
Δε βρήκε τίποτε ιδανικό και τέλειο,
ούτε έναν απλό κι αγαπημένο ώμο.
Που να βρεθεί η άκρη της αδικίας,
όταν καημός το τυλίγει και το σπάει;
Χρόνια ατέλειωτα μακράς φιλονικίας,
που μέσα τους η βαρυχειμωνιά γλεντάει.
Σκυφτά κεφάλια στη μαύρη ετούτη νύχτα,
καθώς τα σέρνει, κρυφά γελάει.
Πονούν τα έρημα για μία καληνύχτα,
μα τίποτα γύρω τους δεν απαντάει.
Και να που η ανοχή μοιάζει με κατάρα
και σβήνει πράξεις χωρίς διαμαρτυρία.
Βαθύ σκοτάδι και τα έπιασε τρομάρα,
άλλα θλιμμένα και άλλα τους θηρία…
©Δώρα Ζαχαροπούλου
Μια νύχτα ήταν
Μια νύχτα ήτανε κι αυτή, η τόσο σιωπηλή,που σκέψεις μάζευε κρυφά κι απορροφούσε.Κι εκεί που ιδρώτας έσταζε και ένιωθα απειλή,δειλή μ’ αποκαλούσε.
Δεν αδικώ αφού το φως δεν είδε της ημέρας και η σκιά δε δέχτηκε του ήλιου το φιλί.Μα την χρεώνω μόνο αυτό, που τόλμησε σαν τέρας,εμένα να πει δειλή.
Μια νύχτα ήταν
Μια νύχτα ήτανε κι αυτή, η τόσο σιωπηλή,
που σκέψεις μάζευε κρυφά κι απορροφούσε.
Κι εκεί που ιδρώτας έσταζε και ένιωθα απειλή,
δειλή μ’ αποκαλούσε.
Δεν αδικώ αφού το φως δεν είδε της ημέρας
και η σκιά δε δέχτηκε του ήλιου το φιλί.
Μα την χρεώνω μόνο αυτό, που τόλμησε σαν τέρας,
εμένα να πει δειλή.
©Δώρα Ζαχαροπούλου
Το χάρισμα της γης
Θα περπατήσω στους αγρούς μιας ξεχασμένης γηςκι όταν φυλάξω τους χυμούς γλυκοί σαν να ’ναι μέλι,μια χούφτα από όνειρα της θεϊκής πηγής,ήλιους θα ανατέλλει.
Στα χρυσαφένια στάχυα τους μιλώντας στοργικά,θα βλέπω τα δεμάτια με τι χαρά δωρίζουν,σ' αυτούς που αναγνωρίζουνε όμοια κι απλοϊκά,ζωή που την αξίζουν.
Κι όταν επάνω στα κλαδιά θ’ ακούω χελιδόνια,να κελαηδούν την άνοιξη με ομορφιά περίσσια,θα λέω πως ήταν χάρισμα που έλιωσαν τα χιόνια,απ' τα ερημοκκλήσια.
Το χάρισμα της γης
Θα περπατήσω στους αγρούς μιας ξεχασμένης γης
κι όταν φυλάξω τους χυμούς γλυκοί σαν να ’ναι μέλι,
μια χούφτα από όνειρα της θεϊκής πηγής,
ήλιους θα ανατέλλει.
Στα χρυσαφένια στάχυα τους μιλώντας στοργικά,
θα βλέπω τα δεμάτια με τι χαρά δωρίζουν,
σ' αυτούς που αναγνωρίζουνε όμοια κι απλοϊκά,
ζωή που την αξίζουν.
Κι όταν επάνω στα κλαδιά θ’ ακούω χελιδόνια,
να κελαηδούν την άνοιξη με ομορφιά περίσσια,
θα λέω πως ήταν χάρισμα που έλιωσαν τα χιόνια,
απ' τα ερημοκκλήσια.
©Δώρα Ζαχαροπούλου
Τα όρνεα της αμαρτίας
Μας περιγελούσε η αμαρτία,ζωσμένη τα άδεια μας ιδανικά.Πολλάκις σφάλματα επαναληπτικά!
Λήστευε τον κάθε αισθηματία,ειρωνικά και απαξιωτικά,υπομονετικά και διαχρονικά.Η πονηριά της ήταν τεραστία.Με βαναυσότητα εγκληματία,μας αμφισβητούσε πανηγυρικά.
Νομίζαμε πως είχαμε πρωτεία.Μα έπεσαν οι πλάτες της φορτία,επάνω μας, σαν όρνεα νηστικά.Κι αν έτσι μας προκάλεσε ναυτία,με τόση αδύναμη διαμαρτυρία,πως να μην πεθάνουμε μαρτυρικά;
Τα όρνεα της αμαρτίας
Μας περιγελούσε η αμαρτία,
ζωσμένη τα άδεια μας ιδανικά.
Πολλάκις σφάλματα επαναληπτικά!
Λήστευε τον κάθε αισθηματία,
ειρωνικά και απαξιωτικά,
υπομονετικά και διαχρονικά.
Η πονηριά της ήταν τεραστία.
Με βαναυσότητα εγκληματία,
μας αμφισβητούσε πανηγυρικά.
Νομίζαμε πως είχαμε πρωτεία.
Μα έπεσαν οι πλάτες της φορτία,
επάνω μας, σαν όρνεα νηστικά.
Κι αν έτσι μας προκάλεσε ναυτία,
με τόση αδύναμη διαμαρτυρία,
πως να μην πεθάνουμε μαρτυρικά;
©Δώρα Ζαχαροπούλου
Μόνη
Μόνη κοιτώ τα σύννεφα,που διώχνουν τα σπουργίτιακαι φεύγω απ’τον τόπο μου,μαζί τους για βοήθεια.Σφαγιάζεται ο κόσμος μου,γκρεμίζονται τα σπίτια.Μόνη μου είμαι τελικά,που ομολογώ αλήθεια.Δεν περιμένω τίποτα,κανέναν δε ζητάω,καθώς έτσι όπως στάθηκαμε θλίψη να κοιτάω,τα λερωμένα χέρια σαςνα σχίζουνε τα στήθια.Με πλάκωσαν τα λάθη σας,με ρήμαξε η συνήθεια.
Μόνη
Μόνη κοιτώ τα σύννεφα,
που διώχνουν τα σπουργίτια
και φεύγω απ’τον τόπο μου,
μαζί τους για βοήθεια.
Σφαγιάζεται ο κόσμος μου,
γκρεμίζονται τα σπίτια.
Μόνη μου είμαι τελικά,
που ομολογώ αλήθεια.
Δεν περιμένω τίποτα,
κανέναν δε ζητάω,
καθώς έτσι όπως στάθηκα
με θλίψη να κοιτάω,
τα λερωμένα χέρια σας
να σχίζουνε τα στήθια.
Με πλάκωσαν τα λάθη σας,
με ρήμαξε η συνήθεια.
©Δώρα Ζαχαροπούλου
Αχός
Σ’ αυτόν τον τόπο τον ξερό,πεθαίνει κάθε αθώο.Που ξεπροβάλλει μια στιγμήκαι γέρνει μαραμένο.
Πώς ξεδιψάει η ζωή,η φύση και το ζώο,όταν περικυκλώνονταιμε κάρβουνο αναμμένο;
Άκου, αχός κάτω απ’ τη γη·τρέμω τους ζωντανούς της,γιατί μεγάλωναν κρυφάτέρατα με αγκάθια.
Τώρα που αντίστροφα μετράχάνοντας τους χυμούς της,θα μας χρεώσει ακριβάγι’ αυτή μας την απάθεια.
©Δώρα Ζαχαροπούλου
Αχός
Σ’ αυτόν τον τόπο τον ξερό,
πεθαίνει κάθε αθώο.
Που ξεπροβάλλει μια στιγμή
και γέρνει μαραμένο.
Πώς ξεδιψάει η ζωή,
η φύση και το ζώο,
όταν περικυκλώνονται
με κάρβουνο αναμμένο;
Άκου, αχός κάτω απ’ τη γη·
τρέμω τους ζωντανούς της,
γιατί μεγάλωναν κρυφά
τέρατα με αγκάθια.
Τώρα που αντίστροφα μετρά
χάνοντας τους χυμούς της,
θα μας χρεώσει ακριβά
γι’ αυτή μας την απάθεια.
Δεν ζήτησες τίποτα στην ζωή σου περισσότερο απ' την αγάπη...
και η μοναξιά σου σε άδειαζε...
Πάγωσες στο στερέωμα...
κινούμενη από λάθη που γύρευαν να σε καταπιούν...
Κι αυτή η λαχτάρα σου να νιώσεις τον έρωτα...
Που σφράγισε και δαγκώθηκε το φιλί σου..;
Σε μια στιγμή αδυναμίας και επιθυμίας σου
να το φτάσεις, ξέχασες πως είσαι γυναίκα...
Μια γυναίκα με την δύναμη αντοχής...
Γέννημα υπεροχής και μυστηρίου.....
Ζωής και θανάτου...
Γυναίκα που κρατά το νήμα της ζωής...
Την μιά το δένεις σφιχτά...
την άλλη το κόβεις...
μην το ξεχνάς..!!
Αναζήτηση
Πού να ’βρω όμορφη καρδιά
να κλάψω, να λυγίσω
να σπείρω τόση ομορφιά
να σπάσω, να δακρύσω...
Πού να ’βρω όμοια να χαθώ
να παίξω, να γελάσω
στα χάδια της να λυτρωθώ
και τα δεσμά να σπάσω...
Να πλάσω εντός της ουρανό
μονάχα την ημέρα
και να σαστίζω το θεριό
το απόκοσμο, πιο πέρα;
Πες μου, πού να ’βρω...