Δώρα Ζαχαροπούλου - Ποίηση - από τα βιβλία "Το Ρόδον λύγισε" και "διόρθωση" `'Δώρα Ζαχαροπούλου - Ποίηση'`

Τετάρτη 15 Μαρτίου 2017

 

Η ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ


Η σκόνη της γειτονιάς, έφτασε στο παράθυρό μου 
και χάλασε το οξυγόνο που με δυσκολία κρατούσα 
τόσο καιρό για ν' αναπνέω...
Τώρα με ανάσα βαριά, 
η μηχανή του χρόνου επιστρέφει σαρκαστικά, 
να βασανίσει για άλλη μια φορά 
την ψυχή και το μυαλό μου,
που ολοένα χάνονται στην ταραγμένη 
εποχή του σήμερα...
Κάποτε ήμουνα παιδί... 
πριν μου κλέψουν τα όνειρα...






Τίποτα δεν μένει

Πώς έσβησε της ομορφιάς μου το λάμπος
και γείρανε βαριά τα βλέφαρά μου.
Μιά Κυριακή μού απέμεινε και σάμπως
μου έγνεψε πώς πήρε την χαρά μου.

Και ενώ όλα γελούνε και μεθούνε
μες στα αχνόφωτα, στενά δρομάκια,
εγώ να λαχταρώ εκείνο που 'ναι
κρινάκι αγνό, στολίδι στα μαλλάκια.

Πονώ, μα ξέρω πως τίποτα δεν μένει·
μονάχα σκόνη στα πόδια μου σωρό.
Εκεί που θάρρευες ψυχή μου ζυμωμένη,
το σώμα μου σε πρόδιδε καιρό.



©Δώρα Ζαχαροπούλου




Προσμονή

Σκέψεις επίμονες, καθώς όταν χαράζει
να’ χα το πέλαγο βεράντα απ' την ακτή
πτυχή στο διάπυρο το θέρος, που μ’ αλλάζει
την διάθεσή μου λες και να 'τανε γιορτή.

Βλέπω το κύμα που σε πήρε σ’ άλλα μέρη
οσμή από φως σαν από δάκρυα κι απ' αρμύρα
θα σ' απαντέχω να σου στρώσω η καλομοίρα
λευκά σεντόνια με δροσιά φιλιών τ’ αγέρι.

Στενάζει ο αγέρας επάνω στα μαλλιά
με την ψυχή παιδιού ανέμελα που χαίρει
αδημονεί να φτάσεις μ’ ένα αστέρι
να σ’ αποθέσει στην ζεστή μου αγκαλιά.

Όπου τα χάδια δεν θα σβήνουν με συνήθεια
κι από το λήθαργο λαχτάρες θα ξυπνούν
σ’ αυτού του κόσμου την φρικτή αλήθεια
με παραλήρημα του έρωτα θα ζουν.


©Δώρα Ζαχαροπούλου




Χαμένος κρίνος

Με μαύρα σύννεφα ο ουρανός πυκνώνει
και οι ψυχές που διψασμένες μένουν,
εκλιπαρούν νερό που θ’ ανυψώνει,
ανάσες τους που αργοπεθαίνουν.

Μα χάρη δε τους κάνει ούτε εκείνος,
που έτσι ξαφνικά τ’ απομακρύνει.
Κάθε δροσοσταλίδα χαμένος κρίνος,
που πέφτει σ’ ερημιές και φθίνει.

Ατάραχη και η φωνή του ανέμου,
που απέθετε τη λησμοσύνη.
Κι ούτε σημάδι μετάνοιας θεέ μου,
παρά μονάχα αγνωμοσύνη.

Απανταχού απελπισία και θρήνος,
που από καιρό μάζευε βάθος.
Να αιωρείται ένα γιατί και τίνος
ήταν το φταίξιμο, γι΄αυτό το λάθος.


©Δώρα Ζαχαροπούλου




Πονεμένα χρόνια

Πάγωσε απόψε της γειτονιάς το γέλιο,
πέρασε μόνο σαν μιά σκιά στον δρόμο.
Δε βρήκε τίποτε ιδανικό και τέλειο,
ούτε έναν απλό κι αγαπημένο ώμο.

Που να βρεθεί η άκρη της αδικίας,
όταν καημός το τυλίγει και το σπάει;
Χρόνια ατέλειωτα μακράς φιλονικίας,
που μέσα τους η βαρυχειμωνιά γλεντάει.

Σκυφτά κεφάλια στη μαύρη ετούτη νύχτα,
καθώς τα σέρνει, κρυφά γελάει.
Πονούν τα έρημα για μία καληνύχτα,
μα τίποτα γύρω τους δεν απαντάει.

Και να που η ανοχή μοιάζει με κατάρα
και σβήνει πράξεις χωρίς διαμαρτυρία.
Βαθύ σκοτάδι και τα έπιασε τρομάρα,
άλλα θλιμμένα και άλλα τους θηρία…


©Δώρα Ζαχαροπούλου



 
Μια νύχτα ήταν

Μια νύχτα ήτανε κι αυτή, η τόσο σιωπηλή,
που σκέψεις μάζευε κρυφά κι απορροφούσε.
Κι εκεί που ιδρώτας έσταζε και ένιωθα απειλή,
δειλή μ’ αποκαλούσε.

Δεν αδικώ αφού το φως δεν είδε της ημέρας 
και η σκιά δε δέχτηκε του ήλιου το φιλί.
Μα την χρεώνω μόνο αυτό, που τόλμησε σαν τέρας,
εμένα να πει δειλή.

©Δώρα Ζαχαροπούλου



Το χάρισμα της γης

Θα περπατήσω στους αγρούς μιας ξεχασμένης γης
κι όταν φυλάξω τους χυμούς γλυκοί σαν να ’ναι μέλι,
μια χούφτα από όνειρα της θεϊκής πηγής,
ήλιους θα ανατέλλει.

Στα χρυσαφένια στάχυα τους μιλώντας στοργικά,
θα βλέπω τα δεμάτια με τι χαρά δωρίζουν,
σ' αυτούς που αναγνωρίζουνε όμοια κι απλοϊκά,
ζωή που την αξίζουν.

Κι όταν επάνω στα κλαδιά θ’ ακούω χελιδόνια,
να κελαηδούν την άνοιξη με ομορφιά περίσσια,
θα λέω πως ήταν χάρισμα που έλιωσαν τα χιόνια,
απ' τα ερημοκκλήσια.


©Δώρα Ζαχαροπούλου




Τα όρνεα της αμαρτίας

Μας περιγελούσε η αμαρτία,
ζωσμένη τα άδεια μας ιδανικά.
Πολλάκις σφάλματα επαναληπτικά!

Λήστευε τον κάθε αισθηματία,
ειρωνικά και απαξιωτικά,
υπομονετικά και διαχρονικά.
Η πονηριά της ήταν τεραστία.
Με βαναυσότητα εγκληματία,
μας αμφισβητούσε πανηγυρικά.

Νομίζαμε πως είχαμε πρωτεία.
Μα έπεσαν οι πλάτες της φορτία,
επάνω μας, σαν όρνεα νηστικά.
Κι αν έτσι μας προκάλεσε ναυτία,
με τόση αδύναμη διαμαρτυρία,
πως να μην πεθάνουμε μαρτυρικά;


©Δώρα Ζαχαροπούλου




Μόνη

Μόνη κοιτώ τα σύννεφα,
που διώχνουν τα σπουργίτια
και φεύγω απ’τον τόπο μου,
μαζί τους για βοήθεια.
Σφαγιάζεται ο κόσμος μου,
γκρεμίζονται τα σπίτια.
Μόνη μου είμαι τελικά,
που ομολογώ αλήθεια.
Δεν περιμένω τίποτα,
κανέναν δε ζητάω,
καθώς έτσι όπως στάθηκα
με θλίψη να κοιτάω,
τα λερωμένα χέρια σας
να σχίζουνε τα στήθια.
Με πλάκωσαν τα λάθη σας,
με ρήμαξε η συνήθεια.


©Δώρα Ζαχαροπούλου




Αχός

Σ’ αυτόν τον τόπο τον ξερό,
πεθαίνει κάθε αθώο.
Που ξεπροβάλλει μια στιγμή
και γέρνει μαραμένο.

Πώς ξεδιψάει η ζωή,
η φύση και το ζώο,
όταν περικυκλώνονται
με κάρβουνο αναμμένο;

Άκου, αχός κάτω απ’ τη γη·
τρέμω τους ζωντανούς της,
γιατί μεγάλωναν κρυφά
τέρατα με αγκάθια.

Τώρα που αντίστροφα μετρά
χάνοντας τους χυμούς της,
θα μας χρεώσει ακριβά
γι’ αυτή μας την απάθεια.


©Δώρα Ζαχαροπούλου


Δεν ζήτησες τίποτα στην ζωή σου περισσότερο απ' την αγάπη...
και η μοναξιά σου σε άδειαζε...
Πάγωσες στο στερέωμα...
κινούμενη από λάθη που γύρευαν να σε καταπιούν...
Κι αυτή η λαχτάρα σου να νιώσεις τον έρωτα...
Που σφράγισε και δαγκώθηκε το φιλί σου..;
Σε μια στιγμή αδυναμίας και επιθυμίας σου
να το φτάσεις, ξέχασες πως είσαι γυναίκα...
Μια γυναίκα με την δύναμη αντοχής...
Γέννημα υπεροχής και μυστηρίου.....
Ζωής και θανάτου...
Γυναίκα που κρατά το νήμα της ζωής...
Την μιά το δένεις σφιχτά...
την άλλη το κόβεις...
μην το ξεχνάς..!!






Αναζήτηση


Πού να ’βρω όμορφη καρδιά
να κλάψω, να λυγίσω
να σπείρω τόση ομορφιά
να σπάσω, να δακρύσω...

Πού να ’βρω όμοια να χαθώ
να παίξω, να γελάσω
στα χάδια της να λυτρωθώ
και τα δεσμά να σπάσω...

Να πλάσω εντός της ουρανό
μονάχα την ημέρα
και να σαστίζω το θεριό
το απόκοσμο, πιο πέρα;

Πες μου, πού να ’βρω...




Χώμα ανέσπερο



Εγώ είμαι, αυτή που φώτιζε του δειλινού η αχτίδα 
μες σ' ένα σύννεφο σιωπής, σε σκοτεινό ουρανό.
Αγάπησα, μα μες σε αυτούς χαρά καμιά δεν είδα...
Μόνη χαρά, σαν μ' έβλεπαν στα βύθια ή στο κενό. 


Άνθος φορώ στην κόμη μου χρώμα μαβί ανθισμένο,
πιο νοτισμένο από έρεβος και κάθυγρο ουρανό.
Ξύλο σκεβρό στης θάλασσας τα καιρικά αφημένο. 
Εγώ, πουλί ανελεύθερο που τ' άλλα αναγεννώ.


Γητεύτρα είμαι, στ' απόκοσμο το τέταρτο της μήνης
κι όπου δροσιά, φλογίζομαι ξανά κι αναθαρρώ. 
Λευκό χαρτί και απόκαμα να δίνω της οδύνης
τις λέξεις, τόσο απλόχερα - θαρρώ, για να χαρώ.


Ικέτισσα εγώ, του ανέφικτου κι ανώφελου έρωτά τους.
Άνθος σε χώμα ανέσπερο, εκεί που η αναβροχιά.
Άνθρωπος που δεν ταίριαξε στα γούστα τα δικά τους.
(Πού βρίθει η σκόνη, ο βόρβορος και πού η απανθρωπιά).



©Δώρα Ζαχαροπούλου




Σπασμένα αγγεία


Αν δεν ακούστηκαν κραυγές απελπισίας
κι αν δεν ξαρμάτωσες ποτέ σου την ματιά,
μην περιμένεις παρακάλια ικεσίας,
είναι αδύνατο ν’ αλλάξουν τα χαρτιά.


Μάζευα σκόρπια τα σπασμένα μου αγγεία
να τα κολλήσω δεν κατάφερα ξανά,
ίσως και να 'φταιξε η μοίρα μου η γελοία
που εξαπατά, κι όλο στα πίσω με γυρνά...


©Δώρα Ζαχαροπούλου




ΤΟ ΣΦΡΑΓΙΣΜΑ


Με τις ριπές τ’ ανέμου
στην δίνη ενός πολέμου,
ο χρόνος μάς χλευάζει.


Μας δίνει ένα χαστούκι
κι αδειάζει το σεντούκι,
όλα μάς τα διχάζει.


Να λέμε μετά λυπάμαι
να κλαίμε και να γελάμε,
δεν ωφελεί κανένα.


Σαν οι καρδιές σφραγίσουν
και μάτια ασφαλίσουν,
ζωή στα πεταμένα...


©Δώρα Ζαχαροπούλου



Γράψε


Γράψε πώς τα κύματα ταράζουν τις ψυχές·
πώς παρασύρονται σε λάθος διαδρομές
κι η ερημιά μακραίνει αποστάσεις...


Γράψε πώς έκλεισαν τα στόματα νωρίς
και όλα μοιάζουνε στρατιά υποταγής,
καρδιά μου γράψε τα μάτια να μη δέσεις...


Γράψε πώς έτσι πνίγηκαν στην πρώτη την γραμμή
και ξεπουλήθηκαν με χρήμα και βουή·
γράψε όσο μπορείς για να τ’ αντέξεις...


Γράψε πώς τώρα ο άνεμος καραδοκεί
η τελευταία σου σελίδα να σχιστεί,
σε θύελλα θανάτου από σκέψεις...


Γράψε και φρόντισε μη πέσεις
γιατί αυτόν τον κόσμο,
δεν μπορείς να τον γιατρέψεις...



©Δώρα Ζαχαροπούλου





Ανείπωτο



Aπόψε, κοντοστάθηκα στο διψασμένο τοπίο
πέρα κοιτώντας στο κενό μιας άβυσσος που αρχίζει
με μια δυσοίωνη χαραυγή, με μια δυσοίωνη μέρα,
δίχως βροχής το στάλαγμα να πέφτει, να δροσίζει.


Γέλιο θαρρώ δεν φαίνονταν στα χείλη των ανθρώπων
παρά μονάχα βάσανα, παρά μονάχα λύπες.
Δεν είχε βούισμα ν' ακουστεί μηδέ κελάδισμα είχε.
Μόνο τα μίση και οι θυμοί με τα σφιγμένα χείλη.


Τ' αστέρια παύαν κι έσβηναν το λατρεμένο φως τους -
κι εκείνα, τ' άγρια των βουνών από τα πέρα δάση, 
σαν από χρόνια χάθηκαν δίχως τ' ανθρώπου, δίχως
το τρυφερό του τ' άγγιγμα και το χαμόγελό του.

 

Κι έτσι ως τα πάντα σώπαιναν και παύονταν η φύσις
και τ' αγεριού τους ψίθυρους δεν είχε ν' αντηχήσει,
στης τραγωδίας τ' ανείπωτο σε τόπο διψασμένο,
στέκω και γράφω τι έζησα καιρούς πριν να συμβούνε.



©Δώρα Ζαχαροπούλου





ΣΤΟ ΚΑΛΕΣΜΑ ΤΩΝ ΓΛΑΡΩΝ


Τόσες ακτές να με χαϊδεύουν  στα μαλλιά
και γλαροπούλια να φωνάζουν· πέτα ψηλά!
Σε ευαγή ορίζοντα κλεφτή ματιά,
μα κουρασμένη κι αυτή, βλέπει θολά.

Πριν τον χορτάσω εσύ ζητάς ν’ αποσυρθώ;
Δεν είναι απλό να τον θωρώ απ' το γυαλί·
και σε καβούκι μήτε θέλω να χωθώ,
σαν περιμένω το στερνό του το φιλί.

Τα γλαροπούλια συνοδεύουν νοερά,
μ’ ένα χάδι και φτερά που τα ωθεί.
Ξεσηκώνοντας τις σκέψεις φανερά,
η ολόγυμνη καρδιά τ’ ακολουθεί.


©Δώρα Ζαχαροπούλου




Κέρινα ομοιώματα


Έλα καρδιά και νίκησε
του πόνου τα σημάδια·
στάξε πνοή και φίλησε
να γίνουνε σμαράγδια.


Άνθρωποι γύρω κέρινοι·
ξεχάσανε τα χάδια
και λιώνουνε αμέριμνοι,
στα μαύρα τους πηγάδια.


Σου μοιάζουν ομοιώματα,
μα αληθώς και είναι ·
σε πέταξαν στα χώματα
και σκόρπισαν το «Μείνε».


Έλα καρδιά μου τόλμησε
να φράξεις το κοπάδι
και με το φως πολέμησε
να διώξεις το σκοτάδι.


©Δώρα Ζαχαροπούλου




ΛΕΥΚΟ


Μη με κρίνετε όμορφα χρώματα.
Είναι που ένα κρατώ μέσα μου:
«Λευκό»...
Σαν το αφράτο χιόνι,
το ανάλαφρο σύννεφο,
τον αφρό της θάλασσας,
το νεογνό τριαντάφυλλο που δειλά δειλά 
ξεπροβάλλει για να δει το φως του ήλιου.
Με τούλι πριγκίπισσας που χαμογελά
στο παραμύθι κι ας με ξέχασε.
Στο λευκό σεντόνι των δακρύων,
πριν ζωγραφιστώ με θλίψη για τα γινόμενα.
Στα λευκά σκαλοπάτια της μοναξιάς,
που μοσχοβολούν αγάπη και πατρίδα,
με την γλυκιά σεμνή νοσταλγία.
Στο λευκό των ατελείωτων ονείρων ,
είμαι εδώ και υπογράφω.... « Λευκό...»


©Δώρα Ζαχαροπούλου



ΜΗΤΕ ΑΝΑΣΑΣΜΟΣ


Φεύγεις και πίσω σου συντρίμμια
μ' αφήνεις ολάκερη ζωή
και ζεις σαν τα αγρίμια

Της έγνοιας σου στάθηκε θαρρείς
μήτε σου λέξη δεν θα πάρει
έφτασε πόνος βαρύς

Στα γόνατα κι αν σ' έχει βάλει
μωρός δεν γίνεσαι ποτέ σου
σηκώνεις το κεφάλι !


©Δώρα Ζαχαροπούλου




Η ΔΙΟΡΘΩΣΗ


Ασήκωτο το βάρος του χρόνου.
Αφήνει πίσω του απραγματοποίητα όνειρα και άκυρες υποσχέσεις.
Σαν μια γρήγορη κινηματογραφική ασπρόμαυρη ταινία.
Το πέρασμά του δυσκολεύει τις αντοχές ,
ξεθωριάζει τις μνήμες,
σβήνει τα φώτα της νιότης. 
Η διόρθωση άργησε να φτάσει 
στο μυαλό.


©Δώρα Ζαχαροπούλου



ΠΑΡΩΔΙΑ


Και στάζουνε τα βλέμματα αγάπη
μα χάνονται ξανά απ' την συνήθεια
κι ο έρωτας βουβός σαν να εκλάπη
την μάσκα του φοράει στην αλήθεια.


Με την σκηνή να μοιάζει παρωδία
έβαψαν τοίχους πρόσωπα γελοία
σαν να 'ναι κλόουν κάνουνε αστεία
και οι ψυχές θωρούν μια τραγωδία.


Χρόνια περάσανε με τρικυμία
μα το κακό που να 'βρει ησυχία
στα χέρια του κρατούσε επιθυμία
τον έρωτα να κάψει με μοιχεία.


Μπερδεύτηκαν τα χείλη με το σώμα
και οι σκιές επάνω τους κολλούσαν
βυθίζοντας τα όνειρα σε κώμα
περίμεναν σαν όρνεα... γελούσαν...





ΗΜΙΘΕΟΙ «ΠΥΡΑΣ»


Αν γίνω στάχτη στην πυρά
και ο καπνός σε πνίγει,
κράτα στην μνήμη σου καλά
πώς ήμουν γήινη
μα κι ερωμένη νύμφη...


©Δώρα Ζαχαροπούλου




ΤΙ ΕΙΡΩΝΕΙΑ


Μεγάλη προθυμία από άδειες καρδιές.
Γεμάτες καρδιές δίχως προθυμία.
Οι άδειες, 
ετοίμαζαν την παράσταση της κοροϊδίας
και οι γεμάτες, 
έπαψαν να ελπίζουν.





ΑΠΟΞΕΝΩΣΗ


Πήρα τους δρόμους στη βροχή
για να ξεπλύνω την ψυχή
δίχως καμιά ομπρέλα.
Κοιτώντας τους περαστικούς
αμίλητους και βιαστικούς
θαμμένους μες στην τρέλα.


Κι όσο βρεχόμουν ξύπναγα
τις μνήμες και με γύρναγα
πίσω στα περασμένα.
Που τα χαμόγελα ζεστά
ευδοκιμούσαν σαν βλαστά
απλόχερα δοσμένα.


Πόσο πολύ διαφέραμε
και πώς τα καταφέραμε
ν' αποξενωθούμε.
Τα χρόνια μάς προσπέρασαν
δεν στάθηκαν, μας γέρασαν
πριν καν αγαπηθούμε.


©Δώρα Ζαχαροπούλου



ΣΑΝ ΜΙΑ ΨΥΧΗ


Ποίημα για τον έρωτα δε θα γράψω.
Δε θα υμνήσω..
Θα υποκλιθώ μονάχα στον άνθρωπο άντρα 
που αγάπησε τον άνθρωπο γυναίκα και αντίστροφα.
Σεβάστηκε, πόνεσε, δάκρυσε, στήριξε κι αγκάλιασε,
όταν γύρω του άκουγε χαιρέκακες φωνές,
να ζητούν επίμονα να κάνει πίσω.


©Δώρα Ζαχαροπούλου



ΕΞΙΛΕΩΣΗ


Πόσα αφήσαμε πίσω μας
και δε δώσαμε τα χέρια.
Ψέματα λέμε· δεν αγαπήσαμε.
Πληρώσαμε με μίσος
κορμιά στους τυφώνες μας.
Και τώρα...
Ο τελευταίος χορός 
ξυπνά μόνο φαντάσματα.
Σκιάζει λάθη
και χάνεται στο σκοτάδι.
Είμαστε στοιχειά φορτωμένων τύψεων
που χορεύουν το χορό της εξιλέωσης!
Ναι , 
είμαι σίγουρη πια 
πως αυτό είμαστε.


©Δώρα Ζαχαροπούλου



ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΕΥΘΥΝΩΝ


Έρωτας του φόβου ανεκπλήρωτος
την καρδιά μας αμίλητος ράγισε
τα αισθήματα ήταν που σφράγισε
στον πόθο σκληρός κι αγεφύρωτος.


Στης νεότητος μάγουλα ρόδινα
η ντροπή τα φιλιά απαρνήθηκε
και ξανά την αγάπη αρνήθηκε
στα γραμμένα ζωής και επώδυνα.


Σαν ο χρόνος στ' αυτιά μας ψιθύρισε
πώς η μοίρα δικαίως εκπλήρωνε
εραστών τα σκοτάδια λαμπύρισε!


Ό,τι άξιζε έτσι το πλήρωνε
διότι έβλεπε, ένιωθε, γνώριζε
και τα πάντα μ' ευθύνη της όριζε.




ΤΟ ΣΦΡΑΓΙΣΜΑ


Με τις ριπές τ’ ανέμου
στην δίνη ενός πολέμου,
ο χρόνος μάς χλευάζει.


Μας δίνει ένα χαστούκι
κι αδειάζει το σεντούκι,
όλα μάς τα διχάζει.


Να λέμε μετά λυπάμαι
να κλαίμε και να γελάμε,
δεν ωφελεί κανένα.


Σαν οι καρδιές σφραγίσουν
και μάτια ασφαλίσουν,
ζωή στα πεταμένα.




ΗΜΟΥΝ ΔΕΙΛΗ


Θυμάμαι που 'πες κάποτε
πώς ήμουνα δειλή
κι ήτανε τότε μέσα μου
που ξέσπασαν λυγμοί
Θυμάμαι...


στα «πρέπει» και στα «μη»
σε νιάτα που σπατάλησα
για μια ζωή σφαγή
Φοβάμαι...


Λυπάμαι που δεν πρόλαβα
ν' αρπάξω το κλειδί
ν' ανθίσουνε τα σώματα
στο πρώτο μας φιλί
Λυπάμαι....


Λυπάμαι που όλα τα θυμάμαι
και φοβάμαι...
Φοβάμαι πως όλα χάθηκαν





ΤΟ ΤΑΪΣΜΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ


Μάθε με...
Ν' αγαπώ χωρίς να νοιάζομαι για το αύριο. 
Δίδαξέ με....
να προσφέρω, χωρίς ν' απλώνω
το άγαρμπο χέρι μου ,
για να τα πάρω όλα πίσω.
Δώσ' μου υπομονή,
να σκέφτομαι αληθινά και γενναία
μπροστά στα μάτια των λύκων.
Χάρισέ μου,
το χαμόγελο ενός μόνο παιδιού
για να χαμογελάω κι εγώ .
Κουράστηκα να με ψάχνω,
να βρίσκομαι και να χάνομαι·
να τα ζυγίζω.
Άκου με...Κατάλαβέ με.... 
Στο τάισμα της ψυχής μου θέλω να σταθώ.


©Δώρα Ζαχαροπούλου




ΤΟ ΖΥΓΙ


Κάποιοι πνίγονται στα φιλιά 
και κάποιοι στον καπνό.
Το βάρος της ζυγαριάς τους,
γιατί μου φαντάζει το ίδιο;


©Δώρα Ζαχαροπούλου




ΤΩΡΑ ΠΟΥ Μ' ΕΧΕΙΣ


Τώρα που μ' έχεις,
γιατί τα λόγια σου
παγώνουν την ψυχή μου...
γιατί δεν γκρέμισες
τα λάθη της ζωής μου...
γιατί δεν άλλαξες
τον δρόμο σου μαζί μου...
γιατί το ψέμα σου
νικά την προσμονή μου..
γιατί κατάντησε
η συνήθεια ενοχή μου...


Ίσως τώρα που μ' έχεις,
να ήρθε η ώρα να μη μ’ έχεις.





ΜΠΟΡΑ


Δεν μπόρεσες να δεις το βλέμμα
της ικεσίας.... της απελπισίας.
Το μυαλό προπορευόμενο και βιαστικό, 
εντόπιζε μόνο τα σημεία της σάρκας.
Δροσερές σταγόνες βροχής,
μπερδεύονταν με αλμυρά δάκρυα.
Σε κρίσιμη στιγμή,
δυνάμωσες την μπόρα...


©Δώρα Ζαχαροπούλου





ΕΔΩ ΕΙΜΑΙ


Έλα, εδώ είμαι...
Ένας απλός άνθρωπος που ξεδιπλώνει
την ψυχή του και πέφτει πιο χαμηλά·
τόσο που να μπορούν να τον φτάσουν
και να χωράνε όλοι...


©Δώρα Ζαχαροπούλου




ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΑΔΥΝΑΜΙΕΣ


Η μανία των ανέμων,
χτυπά την μοναξιά
και τσακίζει κόκκαλα.
Εσύ που ήσουν;


©Δώρα Ζαχαροπούλου





ΨΥΧΟΣΦΑΓΕΙΟ


Βιαστικό και βίαιο ρυθμό
κατέχουν λέξεις ψυχρές
από άψυχες φωνές,
που αδημονούν να καταπιούν,
να εκμηδενίσουν, να στραγγαλίσουν
και να ισοπεδώσουν,
το λαμπρό χάρισμα του λόγου
και των αισθήσεων, με αντάλλαγμα
κερδών και διαφημίσεων.


Ψυχοσφαγείο, αιμορραγούσσας
ποιητικής αθωότητας,
στο παραλήρημα της αλεξιθυμίας
ενός άχρωμου ρεαλισμού..
Ο απόλυτος ξεπεσμός της.


©Δώρα Ζαχαροπούλου





ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ


Απόψε κοίταξα κατάματα εμένα
παιχνίδια στον καθρέφτη
πέρασμα σαν τον κλέφτη
όλα ήταν μέσα μου τακτοποιημένα

Κάθε μια ρυτίδα μου κι αναστεναγμός
των χρόνων εμπειρίες
ίσως και συγκυρίες
μα μήτε που στάθηκε στα χείλη μου λυγμός

"Καθρέφτη-καθρεφτάκι" σάμπως με ταύτιζε;
έλαμπε βλέμμα μόνο
που πάγωνε το χρόνο
παιδί ζωντάνευα κι εκείνος σάστιζε!


©Δώρα Ζαχαροπούλου





Αντίθετα στο ρεύμα


Στους δρόμους μου εναποθέτω την ψυχή μου..
Δε με προδώσανε· 
σαν φύλακες πορείας στέκονται μαζί μου...
Σ' ένα πλήθος που η βουή με διαπερνάει
και τα πιστεύω μου τ’ αδειάζει και γελάει,
γνωρίζω πως όλα δεν ήτανε τυχαία
και πως αγκάθια θα τρύπαγαν
τη σάρκα μου μοιραία.
Και μες στα αίματα κυλούσανε οι πράξεις·
να μοιάζουν πόρνες γιατί σ' ήθελαν ν’ αλλάξεις!

Μα έλα που προτιμώ επίμονα το αίμα,
γιατί μου ταίριαζαν τ' αντίθετα στο ρεύμα...


©Δώρα Ζαχαροπούλου



ΟΡΑΜΑ


Τι βλέπεις;
Γιατί δακρύζεις;


-Βλέπω το παρελθόν να δροσίζεται 
στις καλαμιές των ποταμών,
μ’ ένα παρόν που ολοένα φουσκώνει τα νερά τους
κι ένα μέλλον να ξεβράζεται σαν σκουπίδι 
και να σαπίζει στις εκβολές τους..


©Δώρα Ζαχαροπούλου



ΠΟΡΕΙΑ ΖΩΗΣ


Στης γειτονιάς τα μακρινά εκείνα χρόνια
τύλιγε ολόλευκα στα χέρια του σεντόνια
κι έκανε όνειρα που είχε φανταστεί,
ο Μανωλάκης την ελπίδα του να βρει
για την αγάπη του μήπως και τη χαρεί
ποθούσε να γευτεί.


Μα ήταν άλλες βλέψεις φαίνεται της μοίρας
αφού την όψη έπαιρνε της μαύρης χήρας
μες στο μυαλό του να υφαίνει την κλωστή,
πώς τάχα γύρευε την λάθος διαδρομή
να μη θυμάται της ζωής του την γραμμή
έσφιγγαν οι ιστοί.


Ώσπου κατάφερε αυτό που επιθυμούσε
κι έσβησε μνήμη να μη φτάσει στο «ποθούσε»
σε ένα τέλος με μιά άλλη του τροπή,
για πάντα μέσα του σκοτάδι κι ενοχή
σκιές που κράτησαν αιώνια ανοχή
φωνές μες στη σιωπή.


©Δώρα Ζαχαροπούλου



ΑΡΧΗ ΚΑΙ ΤΕΛΟΣ


Συμπαγή και μεγάλα χαλάσματα
ελλοχεύουν κίνδυνοι επώδυνοι
κι ας πιστεύουν πως είναι ανώδυνοι
ξεπηδούν ξαφνικά σαν φαντάσματα.


Απ' τον τρόμο τα μάτια μας στέκονται
στη ζωή που το νήμα της έκοψε
του ανθρώπου ανάσα τη διέκοψε
σταυρωμένα τα χέρια μας μπλέκονται.


Το καλό μ’ ανθρωπιά το ξεχάσαμε
στη σκυτάλη του μίσους μας δόθηκε
το γνωρίζαμε κι όμως γελάσαμε.


Των γραφών η αρχή εκπληρώθηκε
την αλήθεια αρπάζει, ορθώνεται
η πορεία μας δεν ματαιώνεται.


©Δώρα Ζαχαροπούλου



Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΜΑΣ


Βασανισμένα παιδιά και χιλιοτρυπημένα.
Καρφιά δεσμών, αρχών, όλα τους μιλημένα·
μα δε τα ρώτησαν αν θέλουν να τα ζουν.


Και φεύγουνε τα χρόνια τους αδίκως διαλυμένα.
Εγκλήματα ατιμώρητα, βαθιά χωμένα.
Μαρτυρίες κλειστών παραθύρων· σιωπούν.


©Δώρα Ζαχαροπούλου



ΛΑΘΟΣ ΜΟΙΡΑΣΜΑ


Ποια είναι η μοίρα τελικά
που σκύβει πάνω σε κορμιά
και χάνονται οι ελπίδες;


Δεν έκανες μοίρασμα σωστά
άθλιε κόσμε και ντουνιά·
σου ρίχνω ευθύνες!


Εσύ ανοίγεις τις πληγές
κι ύστερα πλάθεις πονηριές·
τί έφταιξε... ποιος φταίει...


Και την ζωή την αδικείς
στάζεις χολή γιατί μισείς
ξεχνάς ποιος σ’ έχει φέρει.


©Δώρα Ζαχαροπούλου



Η ΨΥΧΗ ΠΟΥ ΤΡΕΜΕΙ


Ήταν στα μέλλοντα κι αυτό
με βλέμμα πάντοτε ζεστό
τα όνειρα να τρέφω.
Μα ήρθαν μέρες που η σιγή
με τυραννούσε την αυγή
τα λόγια μου να γνέφω.


Μία σταγόνα στη βροχή
επιθυμούσε η ψυχή
στο ξύδι βουτηγμένη
Μιας κι η ζωή πάντα πικρή
στάθηκε αδύναμη, μικρή
κι απ' όλους ρημαγμένη.


Έκατσα λίγο να τα πω
ν’ αγγίξω χέρι να πιαστώ
και σώριασα στον πάτο.
Όταν κατάλαβα καλά
με πονηριά να μου γελά
επίμονα το σκάρτο.


©Δώρα Ζαχαροπούλου





ΕΡΜΗΤΙΚΑ «ΚΛΕΙΣΤΑ»


Οι Στραγγισμένες φαντασίες
με ναυάγησαν
σκόνη σε βλέφαρα κλειστά
δες πώς ράγισαν.
Με υποσχέσεις που δε κράτησαν
κλονίστηκαν
πήραν αντάμα τη σιωπή·
βυθίστηκαν.



©Δώρα Ζαχαροπούλου